ρημαδιό

ρημαδιό
το см. ερημάδι

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ρημαδιό" в других словарях:

  • ρημαδιό — το, Ν 1. ρημάδι 2. τόπος γεμάτος με ερείπια, με χαλάσματα («η πόλη έγινε ρημαδιό από τον σεισμό»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ρημάδι + κατάλ. ιό (πρβλ. προξεν ιό)] …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (1828 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ) Τα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας ήταν πολλά και ιδιαίτερα σημαντικά, συνέτειναν δε, μέσα από αιματηρές εσωτερικές διενέξεις (με αποκορύφωμα τον εθνικό διχασμό) και… …   Dictionary of Greek

  • ρημάδι — το ιού, και ρημαδιό, το ερείπιο, ανάξιο λόγου: Μάζεψε τα ρημάδια του κι έφυγε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»